κράββατος

ὁ κράββατος койка (лат. grabat(t)us > кровать)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κράββατος" в других словарях:

  • κράββατος — κράββατος, ὁ (Α) βλ. κράβατος …   Dictionary of Greek

  • κράββατος — grabattus masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κραββάτοις — κράββατος grabattus masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κραββάτου — κράββατος grabattus masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κραββάτους — κράββατος grabattus masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κραββάτων — κράββατος grabattus masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κραββάτῳ — κράββατος grabattus masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κραβάτοις — κράββατος grabattus masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κραβάτου — κράββατος grabattus masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κραβάτους — κράββατος grabattus masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κραβάτῳ — κράββατος grabattus masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.